Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αξιοπρεπεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αξιοπρεπεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

Η αξιοπρέπεια

Η αξιοπρέπεια είναι κάτι πολύ σπάνιο. Ένα γραφείο ή μία αξιοσέβαστη θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Είναι σαν να φοράς γραβάτα. Η γραβάτα, το κοστούμι, το πόστο, δίνουν αξιοπρέπεια. Ένας τίτλος ή μια θέση δίνουν αξιοπρέπεια. Ξεγύμνωσε όμως τους ανθρώπους απ” όλα αυτά και θα δεις ότι πολύ λίγοι θα έχουν εκείνη την ποιότητα της αξιοπρέπειας που δίνει η ελευθερία τού να μην είσαι τίποτα. Οι άνθρωποι λαχταρούν να είναι κάτι, και με το να είναι κάτι παίρνουν μια θέση στην κοινωνία που θεωρείται σεβαστή. Οι άνθρωποι κατατάσσονται σε διάφορες κατηγορίες -έξυπνοι, πλούσιοι, επιστήμονες, άγιοι- κι όποιος δεν μπορεί να καταταγεί σε μια κατηγορία αναγνωρισμένη από την κοινωνία, θεωρείται πρόσωπο περιθωριακό. Η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν κάτι δεδομένο, δεν μπορεί να καλλιεργηθεί και αν κανείς είναι συνειδητά αξιοπρεπής σημαίνει ότι όλη την ώρα νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του, που σημαίνει ότι είναι ασήμαντος, μικροπρεπής. Το να είσαι τίποτα σημαίνει ότι είσαι ελεύθερος από την ιδέα του να είσαι κάτι. Αληθινή αξιοπρέπεια υπάρχει όταν δεν ανήκεις ή βρίσκεσαι σε κάποια ξεχωριστή θέση. Αυτό δεν μπορεί κανείς να στο αφαιρέσει, θα υπάρχει πάντα.
Το ν” αφήνεις τη ζωή να κυλάει ελεύθερα χωρίς να μένει πίσω της κανένα κατακάθι, σημαίνει ύπαρξη πραγματικής επίγνωσης. Ο ανθρώπινος νους είναι σαν το κόσκινο που άλλα κρατάει κι άλλα αφήνει να περνάνε. Εκείνα που κρατάει έχουν το μέγεθος των επιθυμιών του και οι επιθυμίες, όσο κι αν είναι βαθιές, δυνατές ή ευγενικές, είναι μικρές κι ασήμαντες γιατί η επιθυμία είναι κατασκεύασμα του νου. Χρειάζεται ολοκληρωτική επίγνωση να μη συγκρατείς τη ζωή, αλλά να την αφήνεις να κυλάει ελεύθερα, χωρίς να κάνεις καμιά επιλογή. Πάντοτε διαλέγουμε και κρατάμε· διαλέγουμε εκείνα που έχουν σημασία και τα κρατάμε για πάντα. Αυτό είναι που ονομάζουμε εμπειρία και τον πολλαπλασιασμό των εμπειριών τον ονομάζουμε πλούτο της ζωής. Ο πλούτος της ζωής είναι η απελευθέρωση από την αποθήκευση εμπειριών. Η εμπειρία που παραμένει, που κρατιέται, εμποδίζει εκείνη την κατάσταση όπου το γνωστό δεν υπάρχει. Το γνωστό δεν είναι ο θησαυρός, αλλά ο νους προσκολλιέται σ” αυτό κι έτσι καταστρέφει ή ρυπαίνει το άγνωστο.
Η ζωή είναι μια περίεργη ιστορία. Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα.
Είμαστε – οι περισσότεροι τουλάχιστον – πλάσματα της διάθεσης ή μιας ποικιλίας από διαθέσεις. Λίγοι από μας ξεφεύγουν απ” αυτό. Για μερικούς έχει σχέση με τη σωματική τους κατάσταση, για άλλους με τη διανοητική και μας αρέσει αυτή η «μια πάνω μια κάτω» κατάσταση, νομίζουμε ότι αυτή η αλλαγή διάθεσης είναι μέρος της ύπαρξης ή πάλι απλώς αφήνει κανείς να παρασύρεται μια από τη μία διάθεση και μια από την άλλη. Υπάρχουν όμως μερικοί που δεν είναι πιασμένοι σ” αυτό το «πάνω κάτω», που είναι ελεύθεροι από το να παλεύουν να γίνουν κάτι, έτσι που εσωτερικά υπάρχει μια σταθερότητα που δεν είναι αποτέλεσμα θέλησης, μια σταθερότητα που δεν έχει καλλιεργηθεί, που δεν είναι σταθερότητα από συγκεντρωμένο ενδιαφέρον σε κάτι, ούτε είναι αποτέλεσμα κάποιας δραστηριότητας σαν τις παραπάνω. Εμφανίζεται όταν η θέληση παύει να δρα.
Τα χρήματα πραγματικά καταστρέφουν τους ανθρώπους. Οι πλούσιοι έχουν μια ιδιαίτερη αλαζονεία. Με πολύ λίγες εξαιρέσεις, σε κάθε χώρα, οι πλούσιοι έχουν γύρω τους εκείνη την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα ότι μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν οποιονδήποτε, ακόμα και τους θεούς, και μπορούν πράγματι ν” αγοράσουν τους δικούς τους θεούς. Αυτή η ατμόσφαιρα όμως δεν υπάρχει μόνο στον πλούτο, αλλά και στις ικανότητες, τα ταλέντα, που μπορεί να έχει κανείς. Οι ικανότητες δίνουν στον άνθρωπο μια παράξενη αίσθηση ελευθερίας. Τον κάνουν να νιώθει επίσης ότι είναι ανώτερος από τους άλλους, ότι είναι διαφορετικός. Όλα αυτά του δίνουν μια αίσθηση υπεροχής: κάθεται ικανοποιημένος και κοιτάζει τους άλλους να πασχίζουν και να ντροπιάζονται· δεν έχει συναίσθηση της δικής του άγνοιας και σε τι σκοτάδι βρίσκεται ο νους του. Τα λεφτά και οι ικανότητες προσφέρουν μια πολύ καλή φυγή απ” αυτό το σκοτάδι. Αλλά και η φυγή είναι ένα είδος αντίστασης που γεννάει τα δικά της προβλήματα. Η ζωή είναι μια περίεργη ιστορία. Ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που δεν είναι τίποτα.
Jiddu Krishnamurti
Από το βιβλίο του: “Γράμματα σε μια νεαρή φίλη”

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Ενεχυροδανειστήρια: η εκποίηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας


Τα τελευταία τρία χρόνια λόγω της μεγάλης ύφεσης, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την κατακόρυφη πτώση του βιοτικού επιπέδου, το ένα μετά το άλλο τα εμπορικά καταστήματα «βάζουν λουκέτο». Όμως στη θέση τους καθημερινά ξεφυτρώνουν «γραφεία αγοράς χρυσού» που οι ιδιοκτήτες τους τα «βαφτίζουν» ενεχυροδανειστήρια, γιατί η λέξη είναι οικεία στην ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα στους μεσήλικες και τους ηλικιωμένους. Και τούτο γιατί «πιστωτικά» ιδρύματα ή ιδιωτικά γραφεία που παρείχαν δάνεια επί ενεχύρω λειτούργησαν και κατά το παρελθόν.
Λέγεται ότι το πρώτο ενεχυροδανειστήριο ιδρύθηκε το 1198 στη Βαυαρία, ενώ ανάλογα καταστήματα λειτούργησαν στην Αγγλία (1361) και αλλού από το ΙΒ΄ ως το ΙΔ΄ αιώνα. Όμως αυτός που έδωσε ώθηση στο θεσμό ήταν ο Ιταλός μοναχός Βαρνάβας ντε Τέρνι στα μέσα του ΙΕ΄ αιώνα . Για να απαλλάξει τις λαϊκές τάξεις από την εκμετάλλευση που υφίσταντο από τοκογλύφους ίδρυσε αρχικά (1440) στην Περούτζια και αργότερα (1464) στο Ορβιέτο σοβαρά πιστωτικά ιδρύματα, τα κεφάλαια των οποίων προέρχονταν κατά το πλείστον από δημόσιες εισφορές, που χορηγούσαν άτοκα δάνεια σε φτωχούς.
Στην Ελλάδα ενεχυροδανειστήρια ιδρύθηκαν επί ενετοκρατίας στην Κέρκυρα και στη Ζάκυνθο. Το ενεχυροδανειστήριο της Κέρκυρας άρχισε να λειτουργεί το 1630 με πόρους που προέρχονταν από φόρους, οι οποίοι είχαν επιβληθεί για το σκοπό αυτό, και από το πλεόνασμα των κεφαλαίων των σιταποθηκών. Το κατάστημα τούτο, ελλείψει χρημάτων, έκλεισε το 1706, αλλά ανασυστήθηκε το 1768. Το ενεχυροδανειστήριο Ζακύνθου ιδρύθηκε το 1670 με σκοπό την παροχή βοήθειας στους πενόμενους πολίτες και για περιορισμό της δανειστικής αισχροκέρδειας. Το αρχικό του κεφάλαιο ανερχόταν σε 6.000 ρεάλια, τα οποία είχε δανειστεί από τη σιταποθήκη του νησιού, αλλά με την πάροδο του χρόνου απέκτησε ίδια κεφάλαια. Στην υπόλοιπη Ελλάδα αποφασίστηκε η ίδρυση ενεχυροδανειστηρίων αμέσως μετά την απελευθέρωση με διάταγμα της 1ης Δεκεμβρίου 1836 (εφημερίδα ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ, φύλλο της 7ης Ιουλίου 1957). Όμως κατά τα επόμενα εξήντα χρόνια δεν ιδρύθηκε κρατικό ενεχυροδανειστήριο παρά μόνο κάποια ιδιωτικά «μικρομάγαζα», τα οποία «έγδυναν» κυριολεκτικά όσους αναγκάζονταν να καταφύγουν σ’ αυτά, για να δανειστούν μικροποσά. Συναισθανόμενος την αναγκαιότητα δημιουργίας ανάλογου κρατικού ιδρύματος ο υπουργός των Εσωτερικών Κυριακούλης Μαυρομιχάλης (επί κυβερνήσεως Θ. Δηλιγιάννη) συγκρότησε το 1896 πενταμελή επιτροπή, για να υποβάλει σχέδιο συστάσεως ενεχυροδανειστηρίων «κατά το πρότυπον των εν τη Εσπερία (= την Ευρώπη) λειτουργούντων, καθ’ όσον τα υπάρχοντα νυν ιδιωτικά δεν ανταποκρίνονταν εις τον σκοπόν αυτών» (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 5ης Δεκεμβρίου 1896). Η προσπάθεια αυτή τελικά δεν τελεσφόρησε κι έτσι ως τις αρχές του 20ου αιώνα το μόνο κρατικό ενεχυροδανειστήριο που λειτουργούσε στην Ελλάδα ήταν αυτό της Κέρκυρας με κεφάλαιο δύο εκατομμυρίων δραχμών (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλα της 12ης Φεβρουαρίου 1902 και 5ης Σεπτεμβρίου 1905).
Το 1903 ο δήμαρχος Αθηναίων Σπ. Μερκούρης αποφάσισε να δημιουργήσει δημοτικό ενεχυροδανειστήριο. Για το σκοπό αυτό απεστάλη στην Ευρώπη ο δικηγόρος Θηβαίος, για να μελετήσει το σύστημα με το οποίο λειτουργούσαν τα ευρωπαϊκά ανάλογα ιδρύματα. Μετά την επάνοδό του από το εξωτερικό κατέγινε με τη σύνταξη του καταστατικού λειτουργίας του ενεχυροδανειστηρίου, το οποίο ο δήμαρχος θα υπέβαλε στο υπουργείο των Εσωτερικών, ώστε να καταρτισθεί με βάση αυτό σχετικό νομοσχέδιο (εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 24ης Φεβρουαρίου 1903).
Το 1905 όμιλος Αθηναίων κεφαλαιούχων ζήτησε από την ελληνική κυβέρνηση την άδεια να συστήσει στην Αθήνα μεγάλο ενεχυροδανειστήριο. Την ίδια χρονιά ο ομογενής από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου Ιωάννης Γεωργάνος, ενεργώντας ως εκπρόσωπος Γάλλων κεφαλαιούχων, έστειλε στους αρμόδιους κυβερνητικούς παράγοντες σχέδιο καταστατικού εταιρείας, η οποία ήταν διατεθειμένη να ιδρύσει ενεχυροδανειστήριο στην πρωτεύουσα. Η εταιρεία θα είχε αρχικό κεφάλαιο δύο εκατομμυρίων φράγκων και από τα κέρδη της θα παραχωρούσε ένα μέρος στο ελληνικό δημόσιο και κυρίως στο Ταμείο Εθνικής Αμύνης. Η πρόταση Γεωργάνου κρίθηκε συμφέρουσα και οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν: «Αι διαπραγματεύσεις του κ. Γεωργάνου μετά των κεφαλαιούχων και της Κυβερνήσεως διεκόπησαν ένεκα των εκλογών, προσεχώς δε επαναλαμβάνονται. Διά τούτο ελπίζομεν ότι η Κυβέρνησις του κ. Δηλιγιάννη, προτού προβή εις οριστικήν απόφασιν επί της προτάσεως των Αθηναίων κεφαλαιούχων, θα αναμείνη τας προτάσεις της Γαλλικής Εταιρείας, αίτινες είναι ασυγκρίτως επωφελέστεραι διά τον πληθυσμόν της πρωτευούσης και ευεργετικαί διά το Ταμείον της Εθνικής Αμύνης» (εφημερίδα ΣΚΡΙΠ, φύλλο της 3ης Απριλίου 1905).
Αργότερα ιδρύθηκε στην Αθήνα κρατικό ενεχυροδανειστήριο που στεγάστηκε σε υποκατάστημα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου στην οδό Σταδίου 18. Μάλιστα βάσει του νόμου η Διοίκηση του Ταμιευτηρίου είχε την ευθύνη για τη στελέχωσή του με εξειδικευμένο προσωπικό για την αποτίμηση της αξίας των χρυσαφικών και των άλλων τιμαλφών που έβαζαν ως ενέχυρο οι δανειζόμενοι (εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλο της 24ης Δεκεμβρίου 1961). Στην αίθουσά του κατέφυγαν για δεκαετίες άνθρωποι που έδωσαν αντικείμενα μεγάλης συναισθηματικής αξίας, για να πάρουν λίγες δεκάδες δραχμές, με τις οποίες  αγόρασαν το ψωμί της οικογένειάς τους, τα φάρμακα των άρρωστων γονιών τους, το γάλα των παιδιών τους ή πλήρωσαν τους φόρους τους. Γιατί συνέβηκε κι αυτό. Η κυβέρνηση του Λαϊκού κόμματος, επιβάλλοντας στο λαό δυσβάσταχτη φορολογία το 1933, έδινε τη δυνατότητα πληρωμής των φόρων «με την παροχή δανείων επί ενεχύρω διαφόρων χρυσαφικών, ασημικών και ειδών οικιακής χρήσεως. Τα δάνεια θα ήσαν τρίμηνα από 100 δραχμών έως 15.000 δραχμών. Μετά την παρέλευσιν της τελευταίας προθεσμίας αποπληρωμής του δανείου τα ενέχυρα θα εκποιούνταν μέσα σ’ ένα μήνα» (εφημερίδα ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, φύλλο της 23ης Αυγούστου 1933).
Κατά τη μεταπολεμική περίοδο ιδρύθηκαν κρατικά ενεχυροδανειστήρια στη Θεσσαλονίκη (στα τέλη Μαρτίου του 1953) και στον Πειραιά (την 1ηΑυγούστου του 1956). Κι αυτά λειτουργούσαν σε υποκαταστήματα του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου. Και τα δύο είχαν περιορισμένες δυνατότητες δανειοδότησης. Είναι χαρακτηριστική μια ανακοίνωση του ενεχυροδανειστηρίου Πειραιώς που δημοσιεύτηκε στον τύπο: «Ως ενέχυρα θα γίνονται δεκτά κοσμήματα και τιμαλφή μικρού όγκου, τα δε συναπτόμενα επί των ενεχύρων αυτών δάνεια θα ανέρχονται μέχρι του ποσού των 5.000 δραχμών. Τα δάνεια θα συνάπτονται διά χρονικόν διάστημα τρίμηνον ή εξάμηνον.»(εφημερίδες ΕΜΠΡΟΣ, φύλλο της 20ηςΦεβρουαρίου 1953 και  ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, φύλλο της 1ης Αυγούστου 1956).
Κατά τις επόμενες δεκαετίες τα οξυμμένα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα λαϊκά στρώματα σε συνδυασμό με τις δυσχέρειες λήψης δανείων από τα κρατικά πιστωτικά ιδρύματα συνέτειναν στην αύξηση των ιδιωτικών ενεχυροδανειστηρίων. Αυτό φαίνεται και από ένα δημοσίευμα της εφημερίδας ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ (φύλλο της 2ας Αυγούστου 1970): «Η ενεχυροδότηση είναι μια εμπορική συναλλαγή που παρουσιάζει μεγάλη άνθηση κατά τα τελευταία χρόνια. Απόδειξη τούτου αποτελεί το γεγονός ότι, ενώ το 1950 λειτουργούσαν εις το λεκανοπέδιο της Αττικής μόλις 3 ενεχυροδανειστήρια (το κρατικό και δύο ιδιωτικά), σήμερα ο αριθμός των ιδιωτικών επιχειρήσεων αυτής της μορφής έχει ανέλθει εις 20 περίπου. (15 ιδιωτικά ενεχυροδανειστήρια λειτουργούν στην Αθήνα και άλλα 5 στον Πειραιά)».
Και φθάσαμε στην εποχή μας όπου τα «γραφεία αγοράς χρυσού» ξεφυτρώνουν σε κάθε γωνιά των μεγαλουπόλεων και των κωμοπόλεων. Στις προθήκες τους, βαμμένες συνήθως στο χρώμα του χρυσού, γράφουν ότι λειτουργούν με κρατική άδεια. Ακόμα με τηλεοπτικές και έντυπες διαφημίσεις υπόσχονται στους πολίτες αυτής της χώρας ότι θα δώσουν άμεση λύση στα οικονομικά τους προβλήματα με την εκποίηση χρυσαφικών και άλλων τιμαλφών τους. Οι μόνοι που ασχολούνται κατά καιρούς με το σύγχρονο αυτό φαινόμενο είναι ορισμένοι ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί και διάφοροι κοινωνικά ευαίσθητοι εισαγγελείς. Αναπόφευκτα όμως γεννιούνται κάποια ερωτήματα:
  1. Πώς προστατεύεται από την οικονομική εκμετάλλευση ο πολίτης που αναγκάζεται να καταφύγει σε τέτοια γραφεία;
  2.  Πώς αποτρέπεται το ενδεχόμενο έστω και ακούσιας κλεπταποδοχής;
  3.  Πού καταλήγει τελικά ο ελληνικός χρυσός που συγκεντρώνεται στα σύγχρονα «ενεχυροδανειστήρια»;

Οι μνημονιακές κυβερνήσεις που με τις πολιτικές τους έχουν οδηγήσει το λαό σε οικονομική εξαθλίωση και που φθάνουν στο σημείο να εκδώσουν εγκυκλίους για φυλάκιση χρεοφειλετών προς το Δημόσιο, ακόμα και για ποσά 5.000 ευρώ, δεν έχουν τη βούληση να ασχοληθούν με τέτοια ζητήματα. Έτσι η σύγχρονη οικονομική κρίση θα γίνει για ορισμένους ευκαιρία για παράνομο πλουτισμό, όπως συνέβηκε άλλωστε και σε παλιότερες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας.
ενεχυροδανειστήριο

ShareThis



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...